Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

Ο οπορτουνισμός των ''διανοουμένων''


Αναμφίβολα, η ένωση μαρξιστικής θεωρίας και εργατικού κινήματος είναι το σημαντικότερο γεγονός στην ιστορία των ταξικών κοινωνιών. Και αυτό γιατί η ένωση αυτή πραγματοποιεί τη διαλεκτική ενότητα θεωρίας και πράξης. Η χρησιμοποίηση από τον Μαρξ της διαλεκτικής μεθόδου -του κορυφαίου επιτεύγματος του Γερμανικού Ιδεαλισμού-  αντεστραμμένης, για την ανάλυση των οικονομικο-κοινωνικών σχέσεων, ανέδειξε τις αντιφάσεις της ταξικής κοινωνίας, και ειδικότερα της κοινωνίας όπου επικρατεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Επίσης, έδειξε το δρόμο προς την ανατροπή της διαιρεμένης αυτής κοινωνίας, της στηριζόμενης στη διαιώνιση σχέσεων εκμετάλλευσης, το δύσκολο δρόμο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης με στόχο την αταξική, κομμουνιστική κοινωνία. Το έργο του Μαρξ φανέρωσε την αναγκαιότητα η ερμηνεία του κόσμου από το φιλόσοφο να δώσει τη θέση της στην αλλαγή του κόσμου αυτού από το επαναστατικό υποκείμενο: την εργατική τάξη. Η ένωση θεωρίας πράξης προαναγγέλθηκε από το Μαρξ, ο οποίος έδωσε τη σκυτάλη από το φιλόσοφο στο εργατικό κίνημα, και πραγματοποιήθηκε από τον Λένιν και την οικοδόμηση του κόμματος νέου τύπου.

Η ένωση αυτή δεν είναι, όμως, ένα ακλόνητο γεγονός. Είναι, αντίθετα, μία αδιάκοπη μάχη με τις νίκες και τις ήττες της, τα βήματα μπροστά και τα πισωγυρίσματα. Μία μάχη μέσα στην ίδια την ένωση, μέσα στο ίδιο το εργατικό κίνημα. Μια μάχη που εκφράστηκε με διαφορετικούς τρόπους σε ιστορικά σημεία κομβικά για το εργατικό κίνημα: στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στη Β’ Διεθνή, στο 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, στο Μάη του ’68, στην οπορτουνιστική στροφή των Ευρωπαϊκών κομμάτων μέσα της δεκαετίας του ’70, στην ήττα του 1989. Η διατήρηση της ένωσης αυτής, που πραγματοποιείται στην πρωτοπορία της συνειδητοποιημένης εργατικής τάξης και του κόμματός της, κρίνεται σε διάφορα πεδία μάχης με τον οπορτουνισμό, ένα από τα οποία είναι το ιδεολογικο-θεωρητικό.


Όπως διαβάζουμε στο έργο ‘Θεωρητικά ζητήματα στο πρόγραμμα του ΚΚΕ’ η γνωσιολογική ρίζα του οπορτουνισμού/αναθεωρητισμού είναι η ‘αδυναμία κατανόησης ότι η ανάπτυξη γίνεται με διαλεκτικό τρόπο, τόσο βαθμιαία όσο και με άλματα, ότι σε κάθε περίπτωση προχωρεί ανάμεσα από αντιθέσεις και μέσω αντιθέσεων, ότι η προχωρητική της πορεία περιλαμβάνει ζιγκ-ζαγκ, προσωρινά πισωγυρίσματα’. Η εγκατάλειψη της διαλεκτικής μεθόδου ανάλυσης των φαινομένων, εκφράζεται πιο συγκεκριμένα σε θέσεις όπως, η αμφισβήτηση του ρόλου της εργατικής τάξης, η απόρριψη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και του κομμουνιστικού κινήματος του 20ου αιώνα, μα πάνω απ’ όλα απόρριψη του καθοδηγητικού ρόλου του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Η αστική ιδεολογική επίθεση τις τελευταίες δεκαετίες έχει επικεντρωθεί στην αποκοπή της κριτικής θεώρησης της κοινωνίας από το εργατικό κίνημα. Θα αναφερθούμε εδώ σε ορισμένους θεωρητικούς εκπροσώπους της σύγχρονης, ‘μετα-μοντέρνας’, ‘κριτικής’ σκέψης, οι οποίοι παρουσιάζονται ως η ‘ριζοσπαστική’ απάντηση στον ‘νέο-φιλελευθερισμό’. Στην ουσία, όμως, το μόνο που καταπολεμούν οι θεωρητικοί αυτοί είναι την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος, και αυτό γιατί στην, προσπάθεια τους να ‘επικαιροποιήσουν’ τον μαρξισμό, εγκαταλείπουν βασικά εργαλεία της μαρξιστικής ανάλυσης, όπως η έννοια της ταξικής πάλης και η διαλεκτική μέθοδος. Αυτό που κάνουν, ουσιαστικά, οι παρακάτω θεωρητικοί είναι ο αποχωρισμός της μαρξιστικής θεωρίας από το εργατικό κίνημα. Ο Μαρξ σε ορισμένες περιπτώσεις απορρίπτεται εξ ολοκλήρου ως φιλόσοφος απολυταρχικών καθεστώτων ή ευνουχίζεται, γίνεται ακίνδυνος για το σύστημα, μέσα από μία προσπάθεια ‘ανανέωσης’ και ‘επικαιροποίησης’ της θεωρίας του. Με τη σειρά της η κριτική σκέψη γίνεται αντιδραστική σκέψη ακριβώς διότι είναι ακριβοθώρητη και απορρίπτει την ύπαρξη εργατικού κινήματος.

Ας δούμε αυτές τις οπορτουνιστικές θεωρητικές αυτές θέσεις μέσω των εκφραστών τους. Ξεκινάμε με την ‘ανάγκη επικαιροποίησης του μαρξισμού’, λοιπόν, η οποία βρίσκει έναν από τους κύριους εκφραστές της στον Αντόνιο Νέγκρι. Ο Νέγκρι, προσπαθεί να διαβάσει τον Μαρξ πέρα από τον Μαρξ, απορρίπτοντας τη διαλεκτική και τον Χέγκελ και στρεφόμενος στη μεταφυσική του Σπινόζα. Στο έργο του ‘Αυτοκρατορία’ υποστηρίζει πως κυρίαρχη μορφή εργασίας είναι η άυλη εργασία, στη ‘μεταβιομηχανική’, ‘μετα-φορντική’ κοινωνία που ζούμε. Η μετάλλαξη του καπιταλισμού οδήγησε στην ανάδειξη της νέας ‘υποκειμενικότητας’, που έχει υποκαταστήσει τη διαδικασία αυτο-αξιοποίησης του κεφαλαίου με μία άλλη διαδικασία αξιοποίησης, εκείνη της αυτο-αξιοποίησης της ‘άυλης εργασίας’. Αυτή τη νέα υποκειμενικότητα ο Νέγκρι, από κοινού με τον Χαρτ, την ονομάζουν ‘Πλήθος’. Το άμορφο πλήθος που αντικαθιστά το προλεταριάτο, ως το νέο επαναστατικό υποκείμενο. Παραπέμπουμε σε εκτενή κριτική των θέσεών του εδώ και αρκούμαστε να θυμίσουμε πως ο ‘μαρξιστής’ θεωρητικός και ακτιβιστής μας προέτρεψε πριν ένα μήνα να ψηφίσουμε το ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές, μιας και δρόμος έξω από το Ευρώ δεν υπάρχει.

Συνεχίζουμε με την αμφισβήτηση του καθοδηγητικού ρόλου του κόμματος, όπου συναντάμε τον Ετιέν Μπαλιμπάρ, ο οποίος μαζί με τον Ζακ Ρανσιέρ είναι παιδιά του Μάη του ’68. Ο δεύτερος στράφηκε αμέσως εναντίον του δασκάλου του Αλτουσέρ, αμφισβητώντας το ρόλο του δασκάλου, του κόμματος, και γενικά οποιαδήποτε μορφή καθοδηγητή,  ενώ ο πρώτος, αν και υπερασπίστηκε την αναγκαιότητα της δικτατορίας του προλεταριάτου, στη συνέχεια του έργου του έκανε στροφή 180 μοιρών υποστηρίζοντας το δημοκρατικό δρόμο στο σοσιαλισμό. Οι δυο τους μαζί με τον Αγκάμπεν, και άλλους ‘αριστερούς’ θεωρητικούς, συνυπέγραψαν πριν τις εκλογές του Ιούνη του ’12 την έκκληση διανοουμένων υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ: ‘Με την ελληνική Αριστερά, για μια δημοκρατική Ευρώπη’. Ο Μπαλιμπάρ ήταν ένας από τους συντάκτες του κειμένου.

Άλλο ένα βασικό στοιχείο της οπορτουνιστικής θεώρησης είναι η απόσπαση της οικονομίας από την πολιτική και η ανάδειξη της πολιτικής ως το πρωτεύον σε αυτή τη σχέση. Άμεση συνέπεια αυτής της πρακτικής είναι η απόρριψη της ταξικής ανάλυσης, και η πρόταξη ανεδαφικών πολιτικών αιτημάτων για άμεση δημοκρατία, αντι-απολυταρχισμό, και αυτονομία, χωρίς καμία αναφορά στη βασική προϋπόθεση ικανοποίησης των αιτημάτων αυτών: τη ρήξη με τον καπιταλισμό ως τρόπο και σχέση παραγωγής. Ανάμεσα στους θεωρητικούς που,  εκφράζοντας αυτού του είδους τις θέσεις, επηρεάζουν ‘αριστερά ρεύματα’ είναι οι Σαντάλ Μουφ και ο Ερνέστο Λακλάου -επηρεασμένοι από το έργο του αντιδραστικού γερμανού συνταγματολόγου του μεσοπολέμου Καρλ Σμιτ- αλλά και η Χάνα Άρεντ μαθήτρια του Χάιντεγκερ και ο Κορνήλιος Καστοριάδης.

Ας ξεκινήσουμε με την Άρεντ, η οποία στο έργο της ‘Οι ρίζες της απολυταρχίας’ προχωρά σε φιλοσοφική ανάλυση των απολυταρχικών καθεστώτων. Εκεί, εν ολίγοις, ο κομμουνισμός εξισώνεται με τον ναζισμό ως εξίσου απολυταρχικό. Η Άρεντ εντοπίζει στον ‘πανσλαβισμό’ τού κομουνιστικού ολοκληρωτισμού το σημείο ταύτισής του με τον χιτλερισμό (=παγγερμανισμό). Η θέση της ενάντια στον απολυταρχισμό του κόμματος, η οποία έχει γίνει κοινός τόπος των αντι-κομμουνιστών, είναι στην ουσία η διαστρεβλωμένη αντανάκλαση της αντιδραστικής θέσης των αστών, του τρόμου τους μπροστά στην πραγματικότητα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Συνεχίζοντας με την Άρεντ, το έργο της ‘Η ανθρώπινη κατάσταση’ προχωρά σε μία ψευδο-επιστημονική διάκριση μεταξύ ‘πολιτικού’ και ‘κοινωνικού’. Το κοινωνικό ταυτίζεται με τις δραστηριότητες που στην προ-νεωτερική εποχή ανήκαν στη σφαίρα του ‘ιδιωτικού’ σε αντίθεση με το πολιτικό που ανήκε στη σφαίρα του ‘δημοσίου’. Η Άρεντ υποστηρίζει πως στη νεωτερικότητα η ανάπτυξη της οικονομίας  σήμανε την επέκταση του κοινωνικού-ιδιωτικού σε χώρους που ανήκαν αποκλειστικά στο πολιτικό-δημόσιο. Αυτή η εξέλιξη σημαίνει πως ο δημόσιος χώρος έχει μετατραπεί σε σφαίρα ικανοποίησης των υλικών αναγκών μας. Η ανάλυσή της αυτή οδηγεί στο κύριο μετα-νεωτερικό πρόταγμα περί επαναπροσδιορισμού, και αυτονόμησης του ‘πολιτικού’.

Με βάση αυτή την αντι-διαλεκτική ανάλυση, το επιστημονικό πεδίο της ‘πολιτικής οικονομίας’ είναι ένας αντιφατικό όρος για την Άρεντ. Ο αυστηρός διαχωρισμός μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου συσκοτίζει τη μαρξιστική διαλεκτική σχέση μεταξύ κοινωνικού και πολιτικού στην ίδια την έννοια της ταξικής πάλης. Το πολιτικό ον για την Άρεντ είναι ένα ον που ασχολείται με την πολιτική δράση, η οποία όμως είναι αυστηρά διαχωρισμένη από ευτελή ζητήματα, όπως αυτό της εργασίας, της κοινωνικής ασφάλισης κλπ.

Η κρίσιμη ερώτηση που αφορά τη σχέση πολιτικής εξουσίας και ταξικής κοινωνίας, ο καθορισμός της πρώτης από τον τρόπο παραγωγής, ο ρόλος του κράτους και της πολιτικής εξουσίας στη διαιώνιση των σχέσεων παραγωγής της ταξικής κοινωνίας, δεν μπορούν να απαντηθούν στο στενό ‘φιλοσοφικό’ πλαίσιο της θεωρίας της Άρεντ.

Και αυτό γιατί δεν υπάρχει ‘πολιτικό’ ανεξάρτητο από τη οικονομική βάση. Τα αντικρουόμενα οικονομικά συμφέροντα τις ταξικής κοινωνίας είναι που καθορίζουν το πεδίο και το περιεχόμενο της πολιτικής σύγκρουσης. Έννοια του πολιτικού αυτονομημένη από την ταξική ανάλυση της κοινωνίας μπορεί να υπάρξει στο πλαίσιο μόνο των αντιδραστικών θεωρητικών της αστικής τάξης. Λαμπρό παράδειγμα αυτών είναι ο θεωρητικός της ‘κατάστασης ανάγκης’ Καρλ Σμιτ, στον οποίον θα αναφερθούμε διεξοδικά σε επόμενη ανάρτηση.
Συνεχίζεται   



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα ανώνυμα σχόλια δεν δημοσιεύονται. Δεν δημοσιεύονται σχόλια τα οποία θεωρούμε ότι δεν ανταποκρίνονται στην δική μας αντίληψη διαλόγου. Δεν γίνεται αποδεκτός αντικομμουνιστικός, φασιστικός, ρατσιστικός οχετός, καθώς και σχόλια προβοκατόρικου χαρακτήρα κάθε είδους. Οι διαχειριστές θεωρούν δικαίωμά τους την διαγραφή ή μη δημοσίευση οποιουδήποτε σχολίου κατά την κρίση τους και χωρίς υποχρέωση περαιτέρω εξηγήσεων.